ζυμάρι


ζυμάρι
[зимари] ουσ. о. тесто

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζυμάρι" в других словарях:

  • ζυμάρι — το (Μ ζυμάριον) μίγμα από αλεύρι και υγρό το οποίο περιλαμβάνει και άλλα συστατικά, όπως μαγιά, λίπος αρτοποιίας, ζάχαρη, αλάτι, αβγά και διάφορες αρωματικές ουσίες, και χρησιμοποιείται για την παρασκευή προϊόντων αρτοποιίας νεοελλ. 1. κάθε… …   Dictionary of Greek

  • ζυμάρι — το ιού, 1. φύραμα από αλεύρι και νερό. 2. κάθε μάζα πολτοποιημένη : Το κεφάλι του έγινε ζυμάρι από το χτύπημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζυμαρώνω — [ζυμάρι] (για ψωμί, πίτα κ.λπ.) έχω μείνει ζυμάρι, δεν έχω ψηθεί καλά …   Dictionary of Greek

  • ζύμη — η (AM ζύμη) όξινο φύραμα αλευριού το οποίο, όταν αναμιχθεί με μεγάλη μάζα αλευριού και νερού, προκαλεί τη ζύμωσή της, προζύμι, μαγιά νεοελλ. 1. το μίγμα από αλεύρι και νερό, το ζυμάρι 2. μτφ. το ψυχικό φύραμα κάθε ατόμου, η μάζα τών ψυχικών του… …   Dictionary of Greek

  • σταίς — και σταῖς, αιτός και στάς, ατός, τὸ, Α 1. ζυμάρι από αλεύρι ποικιλίας σιταριού (α. «στὰς ἄνευ τοῡ ι ὁ Ἀττικὸς λέγει ὁ δὲ Ἴν σταῑς», Φώτ. β. «ἀνέλαβε δὲ ὁ λαὸς τὸ σταῑς αὐτών πρὸ τοῡ ζυμωθῆναι τὰ φυράματα», ΠΔ γ. «φυρῶσι μὲν τὸ σταῑς τοῑσι ποσί»,… …   Dictionary of Greek

  • χαμούρι — το, Ν 1. ζυμάρι 2. καθετί που μοιάζει με ζυμάρι, λ.χ. η λάσπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. hamur] …   Dictionary of Greek

  • φύραμα — το, ατος 1. το ζυμωμένο με νερό, κάθε μείγμα που έγινε ζυμάρι, το ζυμάρι, η μάζα. 2. πολτός, νερουλό σώμα, πάστα. 3. ένζυμο. 4. μτφ., το ποιόν, ο χαρακτήρας, το ψυχικό υλικό, η πάστα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -άρι — κατάλ. ουδέτερων ουσ. της Νέας Ελληνικής με πλήθος παραγώγων. Συνδέεται ετυμολογικά με την κατάλ. άριο* < αρχ. υποκορ. κατάλ. άριον ή < μσν. κατάλ. άριον < λατ. κατάλ. arium. Ήδη στους μεσαιωνικούς χρόνους απαντά η κατάλ. άριν (<… …   Dictionary of Greek

  • αζυμάρωτος — η, ο [ζυμαρώνω] αυτός που δεν λερώθηκε, δεν πασαλείφθηκε με ζυμάρι …   Dictionary of Greek

  • αλιεία — Πλουτοπαραγωγικός πόρος μιας χώρας που προέρχεται από τη συλλογή και την εμπορία ψαριών. Δραστηριότητα του ανθρώπου που αποβλέπει στη θήρα ψαριών και άλλων ειδών που ζουν μέσα στα νερά. Η δραστηριότητα αυτή είναι πανάρχαια –μόνη προγενέστερή της… …   Dictionary of Greek